Μελέτη «σοκ» για τη βιταμίνη D: Ανεπάρκεια για το 70% σε ομάδες υψηλού κινδύνου
Πάνω από τους μισούς ηλικιωμένους και 7 στους 10 από μειονότητες έχουν χαμηλά επίπεδα.
Μια νέα μελέτη αποκαλύπτει ότι η ανεπάρκεια της βιταμίνης D παραμένει εξαιρετικά συχνή σε ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, ακόμη και τους θερινούς μήνες, όταν θεωρητικά η ηλιοφάνεια θα έπρεπε να καλύπτει τις ανάγκες του οργανισμού. Τα ευρήματα προέρχονται από τη φάση ελέγχου μιας κλινικής δοκιμής και δείχνουν ότι τόσο οι ηλικιωμένοι όσο και άτομα από εθνοτικές μειονότητες με πιο σκούρο δέρμα εμφανίζουν σταθερά υψηλά ποσοστά χαμηλών επιπέδων βιταμίνης D.
Η βιταμίνη D και ο ρόλος της στον οργανισμό
Η βιταμίνη D είναι απαραίτητη για την υγεία των οστών, καθώς βοηθά τον οργανισμό να απορροφά ασβέστιο, μαγνήσιο και φώσφορο. Λαμβάνεται είτε μέσω της διατροφής είτε συντίθεται μέσω της έκθεσης στο ηλιακό φως, όταν οι ακτίνες UVB ενεργοποιούν μια διαδικασία στο δέρμα που οδηγεί στη σύνθεσή της. Στον οργανισμό μετατρέπεται σε διάφορες μορφές, με πιο σημαντική την 25(OH)D, η οποία χρησιμοποιείται ως βασικός δείκτης για το αν κάποιος έχει επάρκεια ή όχι. Τιμές κάτω από 50 nmol/L θεωρούνται ανεπαρκείς ή ελλιπείς και συνδέονται με αυξημένους κινδύνους για την υγεία.
Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D δεν αφορά μόνο τα οστά, αλλά έχει συνδεθεί και με αυξημένο κίνδυνο για χρόνια νοσήματα, όπως καρδιαγγειακές παθήσεις και διαβήτη. Παρότι συχνά θεωρείται ότι το πρόβλημα είναι κυρίως εποχικό και εμφανίζεται τον χειμώνα λόγω χαμηλής ηλιοφάνειας, τα τελευταία χρόνια υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένες ομάδες κινδυνεύουν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι μεγάλα ποσοστά ατόμων με σκουρότερο δέρμα παρουσιάζουν χαμηλά επίπεδα, γεγονός που αποδίδεται τόσο στη μειωμένη σύνθεση μέσω ήλιου όσο και σε διατροφικούς και κοινωνικούς παράγοντες.
Τι έδειξε η μελέτη στη Βόρεια Βρετανία
Η συγκεκριμένη μελέτη εξέτασε 299 άτομα που συμμετείχαν σε πρόγραμμα κλινικής δοκιμής στη Βόρεια Βρετανία, κατά το διάστημα Δεκεμβρίου 2024 έως Αυγούστου 2025. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο βασικές ομάδες: ηλικιωμένους άνω των 65 ετών και ενήλικες από εθνοτικές μειονότητες με πιο σκούρο χρωματικό τύπο δέρματος. Η μέτρηση της βιταμίνης D έγινε με μια σύγχρονη εργαστηριακή μέθοδο από δείγματα αίματος που συλλέχθηκαν με απλό τρύπημα στο δάχτυλο και αναλύθηκαν με εξειδικευμένη τεχνολογία υψηλής ακρίβειας.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι πάνω από τους μισούς ηλικιωμένους (54,8%) είχαν ανεπαρκή ή ελλιπή επίπεδα βιταμίνης D. Στην ομάδα των ατόμων από εθνοτικές μειονότητες το ποσοστό ήταν ακόμη υψηλότερο, φτάνοντας το 72,1%. Εντυπωσιακό εύρημα της μελέτης ήταν ότι τα ποσοστά αυτά δεν βελτιώθηκαν σημαντικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν η έκθεση στον ήλιο είναι μεγαλύτερη. Με άλλα λόγια, ακόμη και το καλοκαίρι, η ανεπάρκεια παρέμεινε σταθερά υψηλή και στις δύο ομάδες.
Γιατί οι ειδικοί ζητούν νέα στρατηγική δημόσιας υγείας
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το εύρημα αυτό αμφισβητεί την αντίληψη πως η ηλιοφάνεια από μόνη της μπορεί να διορθώσει τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D, ειδικά σε χώρες με βόρεια γεωγραφικά πλάτη όπως η Βρετανία. Παράγοντες όπως η ηλικία, το πιο σκούρο δέρμα, η διατροφή και οι καθημερινές συνήθειες φαίνεται να επηρεάζουν σημαντικά τα επίπεδα της βιταμίνης, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα της φυσικής παραγωγής μέσω ήλιου. Επιπλέον, δεν βρέθηκε ισχυρή σχέση ανάμεσα στο σωματικό βάρος και τα επίπεδα βιταμίνης D, ενώ η μελέτη δεν περιλάμβανε δεδομένα για τη λειτουργία του ήπατος ή τη χρήση πολλαπλών φαρμάκων.
Συνολικά, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η ανεπάρκεια της βιταμίνης D αποτελεί ένα σταθερό πρόβλημα για συγκεκριμένες ομάδες υψηλού κινδύνου, ανεξάρτητα από την εποχή του χρόνου. Οι ερευνητές προτείνουν ότι οι στρατηγικές δημόσιας υγείας δεν πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά στην έκθεση στον ήλιο, αλλά να δίνουν έμφαση στη στοχευμένη χορήγηση συμπληρωμάτων και σε πιο προσαρμοσμένες διατροφικές παρεμβάσεις. Ιδιαίτερα για ηλικιωμένους και άτομα με σκουρότερο δέρμα που ζουν σε βόρεια γεωγραφικά πλάτη, η συνεχής υποστήριξη της επάρκειας βιταμίνης D μπορεί να είναι κρίσιμη για τη μακροπρόθεσμη υγεία τους.